• sl_upog
Βρίσκεστε στό:

Για ενα ζευγάρι που αποφασίζει να κάνει οικογένεια με φυσικές επαφές, δεν είναι αναμενόμενο ότι η γυναίκα θα μείνει έγκυος «με την πρώτη». Με δεδομένο ότι περίπου 1 στους 5 κύκλους είναι γόνιμος, το πιθανότερο είναι ότι η γυναίκα θα συλλάβει με την τρίτη, την τέταρτη ή ακόμη και την πέμπτη προσπάθεια, επειδή φυσιολογικά η γονιμότητα ενός ζευγαριού ανέρχεται στο 20% ανά κύκλο κατά μέσο όρο. Kατά συνέπεια μην ανησυχήσετε για τη γονιμότητά σας μετά από δύο ή και περισσότερες «αποτυχημένες» προσπάθειες. Πότε όμως πρέπει πράγματι να αναρωτηθείτε αν κάτι δεν πάει καλά με εσάς ή με το σύντροφό σας;Πότε ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο;

Με τον όρο υπογονιμότητα αναφερόμαστε την αδυναμία ενός ζευγαριού  για γονιμοποίηση μετά την πάροδο τουλάχιστον ενός έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου υπήρχαν φυσιολογικές σεξουαλικές σχέσεις. Tο χρονικό διάστημα του ενός έτους μειώνεται στους έξι μήνες για μια γυναίκα άνω των 35 ετών. Διεθνώς, το 15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας. Στην Eλλάδα, εκτιμάται ότι έχουμε υψηλότερο ποσοστό υπογονιμότητας (15-20%), γεγονός που αποδίδεται στη μεγάλη συχνότητα γυναικολογικών προβλημάτων (π.χ. συμφύσεις της μήτρας, απόφραξη σαλπίγγων), αποτέλεσμα της περιορισμένης σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των νέων (πολλές εκτρώσεις, χαμηλό ποσοστό χρήσης του αντισυλληπτικού χαπιού ή του προφυλακτικού, μεγάλος αριθμός φλεγμονών), σε συνδυασμό με το ότι σήμερα η Eλληνίδα γίνεται μητέρα σε μεγαλύτερη ηλικία. Υπολογίζεται ότι 85-90% των ζευγαριών επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη εντός του πρώτου έτους συστηματικής προσπάθειας και 90-95% μέσα σε δύο χρόνια. Συνεπώς παγκοσμίως ένα ποσοστό 10-15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν κάποια μορφή υπογονιμότητας.

Η υπογονιμότητα διαφοροποιείται σε πρωτοπαθή κατά την οποία υπάρχει αδυναμία σύλληψης για πρώτη φορά, όταν δηλαδή δεν έχει επιτευχθεί κύηση στο παρελθόν, και σε δευτεροπαθή κατά την οποία το ζευγάρι έχει επιτύχει μία ή περισσότερες κυήσεις στο παρελθόν και δυσκολεύεται να επιτύχει για μία ακόμη φορά.

Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται στην γυναίκα (γυναικείος παράγοντας),στον άνδρα (ανδρικός παράγοντας) είτε και στους δύο μαζί. Τα ποσοστά των προηγούμενων κατηγοριών διαπιστώνονται ότι είναι εξίσου τα ίδια.

Ο γυναικείος παράγοντας υπογονιμότητας μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Ορμονικές διαταραχές (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση, ακατάστατη ωορηξία) που επηρεάζουν τόσο τη φυσιολογική ωορηξία όσο και την ποιότητα των παραγόμενων ωαρίων.
  • Η απόφραξη των σαλπίγγων μετά συνήθως από φλεγμονές και λοιμώξεις
  • Η ενδομητρίωση
  • Παθήσεις της μήτρας (ινομυώματα, διθάλαμος μήτρα)
  • Το αφιλόξενο περιβάλλον του τραχήλου (μη φιλική-προς τα σπερματοζωάρια-τραχηλική βλέννη)
  • Καθυστέρηση απόκτησης παιδιού (αυξημένη ηλικία της γυναίκας)
  • Γενετικές-Χρωμοσωμικές ανωμαλίες
  • Ανοσολογικά αίτια (ύπαρξη διάφορων- ‘εχθρικών’ προς το έμβρυο- αντισωμάτων στον ορό της γυναίκας)
  • Αιτίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής (άγχος, κάπνισμα, αλκοόλ)

Ο ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας αφορά σε διαταραχές των διαφόρων παραμέτρων του σπέρματος εξαιτίας φλεγμονών, γενετικών ανωμαλιών, τραυματισμών των γεννητικών οργάνων, απόφραξης των σπερματικών πόρων, ορμονολογικών διαταραχών, ανοσοποιητικών παραγόντων, υψηλών θερμοκρασιών και καθημερινών συνηθειών (κάπνισμα, αλκοόλ)

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας περιλαμβάνει μία σειρά από εξετάσεις όπως ορμονικές, εξέταση σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα), υστεροσαλπιγγογραφία, υστεροσκόπηση με λαπαροσκόπηση και δοκιμασία βατότητας με χρωστική.

Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, χειρουργικές επεμβάσεις για την αποκατάσταση της βατότητας των σαλπίγγων, αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομίας των ενδοπυελικών οργάνων, θεραπεία της ενδομητρίωσης, τεχνητή γονιμοποίηση με σπερματοζωάρια του συντρόφου (IUI) ή δότη (IUD), εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και παρόμοιες μεθόδους όπως η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπέρματος (ICSI).

Η διαγνωστική προσέγγιση της υπογονιμότητας γίνεται πάντα στα πλαίσια του ζευγαριού ως πάσχουσας μονάδας. Πρέπει να δίνονται σωστές συμβουλές και να εξηγούνται όσο γίνεται περισσότερο κατανοητά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαθέσιμων θεραπευτικών δυνατοτήτων και να αναφέρονται τα ποσοστά επιτυχίας καθεμιάς από αυτές.

Πάντα με τη συγκατάθεση του ζευγαριού, συνεχίζεται η περαιτέρω διερεύνηση, με σκοπό την εφαρμογή της κατάλληλης μεθόδου αντιμετώπισης  και θεραπείας του προβλήματος.