Βρίσκεστε στό:

Από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Εταιρίας Μαστολογίας προκύπτει ότι η εγκυμοσύνη μετά τα 35 έτη αναδεικνύεται σε επιβαρυντικό παράγοντα για την εμφάνιση του καρκίνου του μαστού στις γυναίκες.

egkimmeg1

Συγκεκριμένα μια γυναίκα όταν έχει την πρώτη τελειόμηνη εγκυμοσύνη της, σε μεγάλη ηλικία έχει μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού από τον μέσο όρο. Οι γυναίκες που είναι ηλικίας άνω των 30, όταν γεννούν το πρώτο τους παιδί έχουν υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού από τις γυναίκες που δεν έχουν γεννήσει.

Η μεγαλύτερη ηλικία τεκνοποίησης  συνδέεται με κάποιους αναπαραγωγικούς κινδύνους όπως μειωμένη γονιμότητα. Οι γυναίκες που έχουν δυσκολία να μείνουν έγκυες ή να φέρουν την εγκυμοσύνη εις πέρας μπορεί να χρειαστεί να λάβουν θεραπεία γονιμότητας.

Η διέγερση των ωοθηκών και κάποιες τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής περιλαμβάνουν θεραπείες που αλλάζουν προσωρινά τα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης στο σώμα μιας γυναίκας. Για παράδειγμα, οι γυναίκες που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) λαμβάνουν πολλαπλούς κύκλους ορμονικής θεραπείας για να κατασταλεί η πρώτη ωορρηξία έως ότου τα αναπτυσσόμενα ωάρια να είναι έτοιμα, στη συνέχεια, να τονωθεί η ανάπτυξης πολλαπλών ωαρίων, και, τέλος, η προώθηση της ωρίμανσης των ωαρίων. Η χρήση των ορμονών σε ορισμένες θεραπείες γονιμότητας έχει εγείρει ανησυχίες σχετικά με πιθανώς αυξημένους κινδύνους καρκίνου, ιδίως καρκίνων που συνδέονται με αυξημένα επίπεδα αυτών των ορμονών.

egkimmeg2

Κάθε γυναίκα που επιθυμεί να μείνει έγκυος μετά την ηλικία των 35 ετών καλό θα είναι να υποβάλλεται σε έλεγχο των  μαστών  με κλινική εξέταση από Μαστολόγο και σε ψηφιακή μαστογραφία, ενώ εάν επιθυμεί εγκυμοσύνη με εξωσωματική γονιμοποίηση, θα πρέπει να υποβληθεί σε πλήρη έλεγχο   των μαστών (εκτός των άλλων και με υπερηχογράφημα και μαγνητική μαστογραφία) πριν αρχίσει τη διαδικασία διέγερσης των ωοθηκών.

Οι προληπτικές αυτές εξετάσεις είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της έγκαιρης διάγνωσης σε υποκλινικό στάδιο, για μικρότερης έκτασης χειρουργικών επεμβάσεων, για αποφυγή χημειοθεραπείας, για μείωση της θνησιμότητας.